identify
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- identify < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aɪˈden.tɪ.faɪ/ (βρετανικό)
- ΔΦΑ : /aɪˈden.t̬ə.faɪ/ (ΗΠΑ)
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : i‐dent‐if‐y
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | identify |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | identifies |
| αόριστος | identified |
| παθητική μετοχή | identified |
| ενεργητική μετοχή | identifying |
identify (en)
- (μεταβατικό) αναγνωρίζω την ταυτότητα προσώπου ή αντικειμένου, ταυτοποιώ
She was able to identify her attacker.
- Κατάφερε να αναγνωρίσει τον δράστη που της επιτέθηκε.
They had to identify various materials by touch.
- Έπρεπε να αναγνωρίσουν διάφορα υλικά με την αφή.
There are two species of waterbirds that can be identified by their distinctive beaks.
- Υπάρχουν δύο είδη υδρόβιων πτηνών που μπορούν να αναγνωριστούν από τα χαρακτηριστικά ράμφη τους.
The bodies were identified as those of two suspected terrorists.
- Τα πτώματα ταυτοποιήθηκαν ως αυτά δύο υπόπτων τρομοκρατών.
Many of those arrested refused to identify themselves.
- Πολλοί από τους συλληφθέντες αρνήθηκαν να δώσουν τα στοιχεία τους.
- ≋ ταυτόσημα: ID
- ≈ συνώνυμα: name
- ≠ αντώνυμα: misidentify
- (μεταβατικό) εντοπίζω, προσδιορίζω, βρίσκω ή ανακαλύπτω κάτι ή κάποιον
First of all we must identify the problem areas.
- Πρώτα απ’ όλα πρέπει να εντοπίσουμε τα προβληματικά σημεία.
Scientists have identified the gene responsible for the disease.
- Οι επιστήμονες έχουν εντοπίσει το γονίδιο που ευθύνεται για την ασθένεια.
They are trying to identify the problem with the system.
- Προσπαθούν να προσδιορίσουν το πρόβλημα του συστήματος.
They have not identified a buyer for the company.
- Δεν έχουν βρει αγοραστή για την εταιρεία.
- (μεταβατικό) ταυτοποιώ, κάνω δυνατό να αναγνωριστεί ή να εξακριβωθεί ποιος ή τι είναι κάποιος ή κάτι
This serial number uniquely identifies the disk.
- Αυτός ο σειριακός αριθμός ταυτοποιεί μοναδικά τον δίσκο.