Μετάβαση στο περιεχόμενο

name

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /neɪm/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
name names

name (en)

  1. το όνομα, η λέξη με την οποία αποκαλείται ένας άνθρωπος, ή ζώο ή ένας τόπος
    παράδειγμα  full name/first and last name - όνομα και επώνυμο
    παράδειγμα  What is your name?
    Ποιο είναι το όνομά σας;/Πώς σε λένε;/Πώς σας λένε;
    παράδειγμα  What is his/her name?
    Πώς τον/την λένε;
    παράδειγμα  a movie based on Zola’s novel of the same name - ταινία βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ζόλα
  2. (συνήθως ενικός) το όνομα, η καλή ή κακή φήμη
    παράδειγμα  I’m making a name for myself.
    Δημιουργώ/κάνω όνομα.
    παράδειγμα  He dragged his name through the mud.
    Κατέστρεψε τη φήμη του.
  3. το όνομα, διάσημο πρόσωπο
    παράδειγμα  The biggest names in film were recruited for the shooting of the movie.
    Για το γύρισμα της ταινίας επιστρατεύθηκαν τα μεγαλύτερα ονόματα του κινηματογράφου.
  4. (πληροφορική) αναγνωριστικό, το όνομα μεταβλητής, συνάρτησης, κλπ. (βλ. identifier)
    παράδειγμα  A name is a label that is used to distinguish one thing from another.
    Το όνομα είναι μια ετικέτα που χρησιμοποιείται για να ξεχωρίσει το ένα πράγμα από το άλλο.

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]
ενεστώτας name
γ΄ ενικό ενεστώτα names
αόριστος named
παθητική μετοχή named
ενεργητική μετοχή naming

name (en)

  1. ονομάζω, βγάζω
    παράδειγμα  We will name him Peter, after his grandfather.
    Θα το βγάλουμε Πέτρο, όπως τον παππού του.
     συνώνυμα: call
  2. κατονομάζω, αναφέρω, λέω το όνομα κάποιου ή κάτι
    παράδειγμα  I am not going to name my sources.
    Δε θα κατονομάσω τις πηγές μου.
    παράδειγμα  He could not even name one city.
    Δεν μπόρεσε να αναφέρει ούτε μια πόλη.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη identify
  3. ορίζω, δηλώνω κάτι ακριβώς
    παράδειγμα  Name the day/your price.
    Όρισε την ημέρα/την τιμή που θέλεις.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη determine
  4. διορίζω, επιλέγω κάποιον για δουλειά ή κάποια ευθύνη
    παράδειγμα  The President named him (as) his chief advisor.
    Ο Πρόεδρος τον διόρισε πρώτο σύμβουλό του.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη appoint

Σύνθετα

[επεξεργασία]