namely
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]namely (en) (χωρίς παραθετικά)
- συγκεκριμένα, χρησιμοποιείται για να εισαγάγει πιο ακριβείς και λεπτομερείς πληροφορίες για κάτι που μόλις αναφέφερα
The minister spoke about the economy and referred namely to the problems of its modernization.
- Ο υπουργός μίλησε για την οικονομία και αναφέρθηκε συγκεκριμένα στα προβλήματα του εκσυγχρονισμού της.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη specifically
- δηλαδή
- Ευρωπαϊκές Κοινότητες, υπό τον αριθµό Ε(1999) 5203, (2000/795/ΕΚ, OJ L 318), Επίσηµη Εφηµερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σ. 318. 16/12/2000.
- ※ [...] by describing a simple procedure for handling sales of land and buildings in a way that automatically precludes the existence of State aid, namely sale through an unconditional bidding procedure.
- ※ [...], οι οποίες συνίστανται σε µία απλή διαδικασία για τις πωλήσεις γηπέδων και κτιρίων η οποία αποκλείει αυτοµάτως κάθε στοιχείο κρατικής ενίσχυσης, δηλαδή την πώληση στο πλαίσιο µιας άνευ όρων προσφοράς.
- Απόφαση της Επιτροπής της 22ας Δεκεµβρίου 1999 σχετικά µε την κρατική ενίσχυση την οποία η Ισπανία σχεδιάζει να εφαρµόσει υπέρ της Ramondín SA και της Ramondín Cápsulas SA Απόδοση στα Ελληνικά: Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
Πηγές
[επεξεργασία]- namely - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 336. ISBN 9780194325684., λήμμα: namely
Κατηγορίες:
- Λέξεις με επίθημα -ly (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Επιρρήματα (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Επιρρήματα χωρίς παραθετικά (αγγλικά)
- Λήμματα με παραθέματα από νόμους (αγγλικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αγγλικά)
- Λήμματα με παραθέματα από νόμους (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)