ID

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: id, id.

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Συντομομορφή[επεξεργασία]

ID (en)

  1. η ταυτότητα, το έγγραφο που αποδεικνύει το ποιος είναι ο φέρων
  2. συντομογραφία για το Idaho, μια από τις Πολιτείες των ΗΠΑ