ID
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]ID (en)
- συντομογραφία του Idaho, μια από τις Πολιτείες των ΗΠΑ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| ID | IDs |
ID (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) συντομογραφία του identification ή identity, η ταυτότητα, το έγγραφο που αποδεικνύει το ποιος είναι ο φέρων
ID check - έλεγχος ταυτοτήτων
a student ID - φοιτητική ταυτότητα
After the age of fourteen, issuing an ID is required.
- Μετά την ηλικία των δεκατεσσάρων ετών η έκδοση ταυτότητας είναι υποχρεωτική.
- συντομογραφία του identification, η αναγνώριση, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της εξακρίβωσης ή απόδειξης της ταυτότητας κάποιου ή κάποιου πράγματος
The police need a witness to make a positive ID.
- Η αστυνομία χρειάζεται έναν μάρτυρα για να κάνει θετική αναγνώριση (=για να αναγνωρίσει με βεβαιότητα το άτομο).
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | ID |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | IDs, ID's |
| αόριστος | IDed, ID'd, ID'ed |
| παθητική μετοχή | IDed, ID'd, ID'ed |
| ενεργητική μετοχή | IDing, ID'ing |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
- (μεταβατικό) συντομογραφία του identify, αναγνωρίζω κάποιον, συνήθως εγκληματία ή πτώμα
She was able to ID her attacker.
- Κατάφερε να αναγνωρίσει τον δράστη που της επιτέθηκε.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) συντομογραφία του identify, ζητάω από κάποιον να αποδείξει την ταυτότητα ή την ηλικία του δείχνοντας επίσημο έγγραφο (π.χ. ταυτότητα ή δίπλωμα)
The security guards ID’d everyone at the entrance to the festival.
- Οι φύλακες ασφαλείας ζήτησαν ταυτότητα από όλους στην είσοδο του φεστιβάλ.
Do they ID at that bar?
- Ζητάνε ταυτότητα σ’ εκείνο το μπαρ;