Μετάβαση στο περιεχόμενο

ID

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: id, id., I'd

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

ID (en)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ID IDs

ID (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) συντομογραφία του identification ή identity, η ταυτότητα, το έγγραφο που αποδεικνύει το ποιος είναι ο φέρων
    παράδειγμα  ID check - έλεγχος ταυτοτήτων
    παράδειγμα  a student ID - φοιτητική ταυτότητα
    παράδειγμα  After the age of fourteen, issuing an ID is required.
    Μετά την ηλικία των δεκατεσσάρων ετών η έκδοση ταυτότητας είναι υποχρεωτική.
  2. συντομογραφία του identification, η αναγνώριση, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της εξακρίβωσης ή απόδειξης της ταυτότητας κάποιου ή κάποιου πράγματος
    παράδειγμα  The police need a witness to make a positive ID.
    Η αστυνομία χρειάζεται έναν μάρτυρα για να κάνει θετική αναγνώριση (=για να αναγνωρίσει με βεβαιότητα το άτομο).

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]
ενεστώτας ID
γ΄ ενικό ενεστώτα IDs, ID's
αόριστος IDed, ID'd, ID'ed
παθητική μετοχή IDed, ID'd, ID'ed
ενεργητική μετοχή IDing, ID'ing
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

ID (en) (ανεπίσημο)

  1. (μεταβατικό) συντομογραφία του identify, αναγνωρίζω κάποιον, συνήθως εγκληματία ή πτώμα
    παράδειγμα  She was able to ID her attacker.
    Κατάφερε να αναγνωρίσει τον δράστη που της επιτέθηκε.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) συντομογραφία του identify, ζητάω από κάποιον να αποδείξει την ταυτότητα ή την ηλικία του δείχνοντας επίσημο έγγραφο (π.χ. ταυτότητα ή δίπλωμα)
    παράδειγμα  The security guards ID’d everyone at the entrance to the festival.
    Οι φύλακες ασφαλείας ζήτησαν ταυτότητα από όλους στην είσοδο του φεστιβάλ.
    παράδειγμα  Do they ID at that bar?
    Ζητάνε ταυτότητα σ’ εκείνο το μπαρ;