I'd
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Συγχώνευση
[επεξεργασία]- θα ή οποιαδήποτε χρήση του I + would
I'd (=I would) be interested to learn what happened.
- Θα με ενδιαφέρει να μάθω τι συνέβη.
I'd (=I would) think he is about twenty years old.
- Νομίζω ότι είναι σχεδόν είκοσι χρονών.
- είχα, όταν χρησιμοποιείται για να σχηματίσει το past perfect ή το past perfect continuous στα αγγλικά
I'd (=I had) already arrived.
- Είχα ήδη φτάσει.
I'd (=I had) been sleeping when he called me.
- Κοιμόμουν όταν μου τηλεφώνησε.