Μετάβαση στο περιεχόμενο

had

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

had (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος have



Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

had (sk) αρσενικό

  • had - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

had (cs) αρσενικό