anerkennen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

anerkennen 

Ρήμα[επεξεργασία]

anerkennen (de) jdn. / etwas (παρατατικός: anerkannte, μετοχή παρακειμένου: anerkannt)

  1. αναγνωρίζω
    Sie haben ihn als Führer anerkannt! - Τον αναγνώρισαν ως καθοδηγητή!
  2. παραδέχομαι
    Die Präsidentin anerkennt die Niederlage ihrer Partei! - Η πρόεδρος παραδέχεται την ήττα του κόμματός της!

Δείτε επίσης[επεξεργασία]