χαράκωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαράκωμα χαρακώματα
γενική χαρακώματος χαρακωμάτων
αιτιατική χαράκωμα χαρακώματα
κλητική χαράκωμα χαρακώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. χαράκωμα < χαρακώνω + -μα < χάρακας + -ώνω < αρχαία ελληνική χάραξ
  2. χαράκωμα < αρχαία ελληνική χαράκωμα < χαρακόω / χαρακῶ < χάραξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαράκωμα ουδέτερο

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χαρακώνω
  2. όρυγμα στο οποίο οχυρώνονται στρατιώτες κατά τη μάχη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαράκωμα < χαρακόω < χάραξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαράκωμα ουδέτερο