Μετάβαση στο περιεχόμενο

επιχείρηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επιχείρηση οι επιχειρήσεις
      γενική της επιχείρησης* των επιχειρήσεων
    αιτιατική την επιχείρηση τις επιχειρήσεις
     κλητική επιχείρηση επιχειρήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, επιχειρήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επιχείρηση < αρχαία ελληνική ἐπιχείρησις

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.piˈçi.ɾi.si/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

επιχείρηση θηλυκό

  1. Οργανωμένη προσπάθεια για την επίτευξη ενός στόχου καθώς και η εκτέλεσή του.
    παράδειγμα  επιχείρηση Μπαρμπαρόσα
  2. (οικονομία) εμπορική ή βιομηχανική εταιρεία, οποιουδήποτε μεγέθους ή τύπου
    παράδειγμα  Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού
    παράδειγμα  οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας
      Υπερδιπλάσιος χρόνος από ό,τι στις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ εξαιτίας των πολυάριθμων διαδικασιών απαιτείται για το άνοιγμα μιας επιχείρησης στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η χώρα να βρίσκεται στην 121η θέση μεταξύ 155 χωρών (!) όσον αφορά την ευκολία έναρξης επιχείρησης.
    «Γολγοθάς» η Ελλάδα για τους επιχειρηματίες, Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]