Μετάβαση στο περιεχόμενο

επιχειρηματίας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η επιχειρηματίας οι επιχειρηματίες
      γενική του/της επιχειρηματία των επιχειρηματιών
    αιτιατική τον/την επιχειρηματία τους/τις επιχειρηματίες
     κλητική επιχειρηματία επιχειρηματίες
Στη γενική ενικού για το θηλυκό, συχνά εκφέρεται τύπος σε -ας.
Για την αστάθεια τύπων της γενικής ενικού του θηλυκού,
δείτε τα σχόλια στο Παράρτημα: «ταμίας».
Κατηγορία όπως «ταμίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επιχειρηματίας, ήδη από το 1821 ως ἐπιχειρηματίας[1] < αρχαία ελληνική ἐπιχείρημα, επιχειρηματ- + -ίας μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική entrepreneur[2][3]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.pi.çi.ɾi.maˈti.as/
τυπογραφικός συλλαβισμός: επιχειρηματίας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

επιχειρηματίας αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἐπιχειρηματίας, σελ.404, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
  2. επιχειρηματίας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. επιχειρηματίας - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)