επιχειρησιακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επιχειρησιακός επιχειρησιακή επιχειρησιακό
γενική επιχειρησιακού επιχειρησιακής επιχειρησιακού
αιτιατική επιχειρησιακό επιχειρησιακή επιχειρησιακό
κλητική επιχειρησιακέ επιχειρησιακή επιχειρησιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιχειρησιακοί επιχειρησιακές επιχειρησιακά
γενική επιχειρησιακών επιχειρησιακών επιχειρησιακών
αιτιατική επιχειρησιακούς επιχειρησιακές επιχειρησιακά
κλητική επιχειρησιακοί επιχειρησιακές επιχειρησιακά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιχειρησιακός < επιχείρηση + -ιακός

Επίθετο[επεξεργασία]

επιχειρησιακός, -ή, -ό

  1. σχετικός με τις εμπορικές επιχειρήσεις, τη δράση και οργάνωσή τους
    σεμινάριο για τον επιχειρησιακό σχεδιασμό και την ανάπτυξη
  2. σχετικός με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις
    αυτή τη στιγμή είναι σε επιχειρησιακή ετοιμότητα όλα τα υποβρύχια

Μεταφράσεις[επεξεργασία]