operational

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

operational (en)

  1. επιχειρησιακός
    operational readiness - επιχειρησιακή ετοιμότητα
  2. λειτουργικός
  3. έτοιμος να λειτουργήσει

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]