operation

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Operation, opération

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

operation < μέση γαλλική operation < παλαιά γαλλική operacion < λατινική operatio

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˌɑpəˈɹeɪʃən/
ήχος (ΗΠΑ) 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
operation operations

operation (en)

  1. η λειτουργία (μιας συσκευής)
  2. χειρουργική επέμβαση, εγχείρηση
  3. στρατιωτική επιχείρηση
  4. διαδικασία-μεθοδολογία-φορμαλισμός-μηχανισμός υλοποίησης, η τεχνική κάποιας εφαρμογής, η τεχνική που ακολουθώ για κάτι
  5. (λογική, μαθηματικά, θεωρία συνόλων) πράξη
    δείτε επίσης: Operation (mathematics) στην αγγλική Βικιπαίδεια

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • (μαθηματικά): function
  • (αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός): method

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • operation στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια