operator

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

operator (en)

  1. χειριστής
  2. υπάλληλος τηλεφωνικής εξυπηρέτησης, ο τηλεφωνητής, η τηλεφωνήτρια
  3. (μαθηματικά)(πληροφορική) τελεστής

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • operator στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια