operator

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

operator (en)

  1. χειριστής
  2. τηλεφωνικό κέντρο
    (συνεκδοχικά) υπάλληλος (τηλεφωνητής ή τηλεφωνήτρια) του παραπάνω κέντρου
  3. (μαθηματικά) τελεστής
    Δείτε επίσης: operator (mathematics) στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια
  4. (προγραμματισμός) τελεστής
    Δείτε επίσης: operator (computer programming) στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • operator στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια