τηλεφωνητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τηλεφωνητής τηλεφωνητές
γενική τηλεφωνητή τηλεφωνητών
αιτιατική τηλεφωνητή τηλεφωνητές
κλητική τηλεφωνητή τηλεφωνητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τηλεφωνητής < τηλεφωνώ + -τής (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική téléphoniste < telephone < αρχαία ελληνική τῆλε + φωνή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τηλεφωνητής αρσενικό

  1. (επαγγελματίας) διεκπεραιωτής τηλεφωνικών συνδιαλέξεων
    θηλυκό: τηλεφωνήτρια
  2. συσκευή, μηχάνημα ή υπηρεσία που καταγράφει τηλεφωνικές κλήσεις ή μεταδίδει μέσω τηλεφώνου πληροφορίες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]