τηλεφωνικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : τηλεφωνικώς

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τηλεφωνικός τηλεφωνική τηλεφωνικό
γενική τηλεφωνικού τηλεφωνικής τηλεφωνικού
αιτιατική τηλεφωνικό τηλεφωνική τηλεφωνικό
κλητική τηλεφωνικέ τηλεφωνική τηλεφωνικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τηλεφωνικοί τηλεφωνικές τηλεφωνικά
γενική τηλεφωνικών τηλεφωνικών τηλεφωνικών
αιτιατική τηλεφωνικούς τηλεφωνικές τηλεφωνικά
κλητική τηλεφωνικοί τηλεφωνικές τηλεφωνικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τηλεφωνικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική téléphonique < telephone < αρχαία ελληνική τῆλε + φωνή

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τηλεφωνικός

  • που έχει σχέση με το τηλέφωνο, αναφέρεται σ’ αυτό ή γίνεται μ’ αυτό
    Ήταν η μοναδική εποχή που είχαμε κόψει κάθε επαφή, ακόμα και τηλεφωνική. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]