εγχείρηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εγχείρηση εγχειρήσεις
γενική εγχείρησης
& εγχειρήσεως
εγχειρήσεων
αιτιατική εγχείρηση εγχειρήσεις
κλητική εγχείρηση εγχειρήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγχείρηση < αρχαία ελληνική ἐγχείρησις < ἐγχειρέω / ἐγχειρῶ < ἐν + χείρ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /εn.ˈçi.ɾi.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εγχείρηση θηλυκό

  • χειρουργική επέμβαση, ιατρική πράξη με ειδικά όργανα, που περιλαμβάνει συνήθως τομή στο σώμα του ασθενούς, ώστε να γίνει δυνατή η επέμβαση σε εσωτερικά όργανα

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • η εγχείρηση επέτυχε, ο ασθενής απεβίωσε: ενώ έγιναν οι σωστές ενέργειες, ο αποτέλεσμα ήταν αποτυχημένο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]