επέμβαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επέμβαση οι επεμβάσεις
      γενική της επέμβασης
& επεμβάσεως
των επεμβάσεων
    αιτιατική την επέμβαση τις επεμβάσεις
     κλητική επέμβαση επεμβάσεις
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επέμβαση < ελληνιστική κοινή ἐπέμβασις < αρχαία ελληνική ἐπέμβαίνω < ἐπί + ἐμβαίνω < ἐν + βαίνω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική intervention)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.ˈpεm.va.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επέμβαση θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]