function

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

function (en)

  1. λειτουργία (ο τρόπος εργασίας ενός συστήματος ή ενός μέρους του, ο ιδιαίτερος ρόλος που παίζει ένα μέρος ενός συστήματος)
  2. (μαθηματικά) συνάρτηση
  3. (πληροφορική) συνάρτηση
    ※  Programming without functions would be like cooking without salt and spices [1]
    «Ο προγραμματισμός χωρίς συναρτήσεις θα ήταν σαν το μαγείρεμα χωρίς αλάτι και μπαχαρικά»
    υπερώνυμα: module
    συντομογραφίες: func, funct

Υπώνυμα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

μαθηματικά:

πληροφορική:

Ρήμα[επεξεργασία]

function (en)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • function στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές[επεξεργασία]