Μετάβαση στο περιεχόμενο

λειτουργικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λειτουργικός η λειτουργική το λειτουργικό
      γενική του λειτουργικού της λειτουργικής του λειτουργικού
    αιτιατική τον λειτουργικό τη λειτουργική το λειτουργικό
     κλητική λειτουργικέ λειτουργική λειτουργικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λειτουργικοί οι λειτουργικές τα λειτουργικά
      γενική των λειτουργικών των λειτουργικών των λειτουργικών
    αιτιατική τους λειτουργικούς τις λειτουργικές τα λειτουργικά
     κλητική λειτουργικοί λειτουργικές λειτουργικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λειτουργικός < λειτουργία + -ικός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /li.tuɾ.ʝiˈkos/

Επίθετο

[επεξεργασία]

λειτουργικός

  1. που αναφέρεται στη λειτουργία
    παράδειγμα  λειτουργικές δαπάνες
      Το ηπατοκύτταρο είναι το κύριο λειτουργικό κύτταρο του ήπατος, είναι πολυεδρικό με τρεις διαφορετικούς τύπους επιφάνειας και εμφανή πολικότητα. Τα ηπατοκύτταρα, έχουν περίπου 20-30 μm διάμετρο και αποτελούν το 80% των κυττάρων του ήπατος. Έχουν σχετικά μεγάλο χρόνο ζωής (περίπου 5 μήνες) και σημαντική αναγεννητική ικανότητα. Τα ηπατοκύτταρα είναι κυβοειδή και έχουν αραιοχρωματικό, κοκκιώδες, ηωσινόφιλο κυτταρόπλασμα.
    Φλώρος Δημήτριος. Ιστολογία του ηπατικού ιστού μετά από μερική ηπατεκτομή στον επίμυ. Λαπαροσκοπική έναντι ανοικτής μερικής ηπατεκτομής, [μεταπτυχιακή εργασία], Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Ιατρικής, Αλεξανδρούπολη 2016, @repo.lib.duth.gr
  2. που από την κατασκευή του ή τη δομή του διευκολύνει τον χρήστη του
    παράδειγμα  χρειαζόμαστε μια σύγχρονη, λειτουργική και αποτελεσματική δημόσια διοίκηση
  3. (λογιστική) λογιστικά γεγονότα (έσοδα, έξοδα, κέρδη, κλπ.) που προκύπτουν από την κύρια δραστηριότητα οικονομικής μονάδας

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]