ασκητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ασκητικός ασκητική ασκητικό
γενική ασκητικού ασκητικής ασκητικού
αιτιατική ασκητικό ασκητική ασκητικό
κλητική ασκητικέ ασκητική ασκητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασκητικοί ασκητικές ασκητικά
γενική ασκητικών ασκητικών ασκητικών
αιτιατική ασκητικούς ασκητικές ασκητικά
κλητική ασκητικοί ασκητικές ασκητικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασκητικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασκητικός

  1. ο χαρακτηριστικός τού ασκητή, που ταιριάζει σε ασκητή


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]