χαλαρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χαλαρός η χαλαρή το χαλαρό
      γενική του χαλαρού της χαλαρής του χαλαρού
    αιτιατική τον χαλαρό τη χαλαρή το χαλαρό
     κλητική χαλαρέ χαλαρή χαλαρό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χαλαροί οι χαλαρές τα χαλαρά
      γενική των χαλαρών των χαλαρών των χαλαρών
    αιτιατική τους χαλαρούς τις χαλαρές τα χαλαρά
     κλητική χαλαροί χαλαρές χαλαρά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλαρός < αρχαία ελληνική χαλαρός

Επίθετο[επεξεργασία]

χαλαρός

  1. που δεν είναι πολύ τεντωμένος ή σφιχτός
    του άφησα χαλαρά τα λουριά και ιδού το αποτέλεσμα
    ο κόμπος είναι πολύ χαλαρός, κινδυνεύει να λυθεί ανά πάσα στιγμή
  2. που δεν χαρακτηρίζεται από ένταση ή γρήγορους ρυθμούς ή εκνευρισμό
     αντώνυμα: έντονος
    χαλαρή συζήτηση, χαλαρές διακοπές

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλαρός < χαλάω-χαλῶ

Επίθετο[επεξεργασία]

χαλαρός, ά, όν

  1. χαλαρός
  2. άτονος, χαύνος, θηλυπρεπής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]