Μετάβαση στο περιεχόμενο

locker

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
locker < lock + -er

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
locker lockers

locker (en)

  • το ντουλάπι που μπορεί να κλειδωθεί, όπου μπορώ να αφήνω τα ρούχα, τις τσάντες κτλ. ενώ αθλούμαι ή πηγαίνω κάπου
    παράδειγμα  They just installed new lockers in the locker room.
    Μόλις τοποθέτησαν καινούρια ντουλάπια στα αποδυτήρια.
    παράδειγμα  I forgot which locker is mine.
    Ξέχασα ποιο ντουλάπι είναι το δικό μου.

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίρρημα

[επεξεργασία]

locker (de)