τεντώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεντώνω < μεσαιωνική ελληνική τεντώνω < τέντα < λατινική tenta, θηλυκό του tentus < tendo < πρωτοϊταλικά *tendō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ten- (τείνω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɛn.ˈdɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τεντώνω, πρτ.: τέντωνα, στ.μέλλ.: θα τεντώσω, αόρ.: τέντωσα, παθ.φωνή: τεντώνομαι, μτχ.π.π.: τεντωμένος

  1. (μεταβατικό) τραβώ κάτι έτσι, ώστε να έχει το μεγαλύτερο δυνατό μέγεθος
    πρέπει να τεντώσεις το χέρι σου για να φτάσεις το πάνω ράφι
    συνώνυμα: τανύω, τεζάρω
  2. (μεταβατικό) απλώνω κάτι έτσι, ώστε να ισιώσει, ευθυγραμμιστεί
    όλα τα ελατήρια όταν τα τεντώσεις χαλάνε
  3. (μεταβατικό) σφίγγω, κάνω κάτι να μην έχει ελαστικότητα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]