σχοινί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σχοινί σχοινιά
γενική σχοινιού σχοινιών
αιτιατική σχοινί σχοινιά
κλητική σχοινί σχοινιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σχοινί < αρχαία ελληνική σχοινίον (υποκοριστικό του σχοῖνος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sçi.ˈni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σχοινί ουδέτερο και σκοινί

  1. υλικό κατασκευασμένο από μακριές, εύκαμπτες ίνες, συνήθως φυτικές ή συνθετικές

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σε τεντωμένο σχοινί: επικίνδυνη κατάσταση ή κατάσταση που απαιτεί λεπτούς χειρισμούς
  • στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σχοινί: λέγεται όταν κάποιος αναφέρεται σε κάτι που στην παρούσα στιγμή μπορεί να προσβάλλει ή απλά να θίξει ή όταν θέλουμε να υπονοήσουμε πως κάποιος κατηγορεί κάποιον για πράξεις που έχει κάνει και ο ίδιος ή για κάτι που είναι ταμπού στην προκείμενη κατάσταση
  • το έδεσε (ή το πάει ή το πήρε) σχοινί-κορδόνι: λέγεται για κάποιον που επαναλαμβάνει με ενοχλητικό τρόπο κάτι
  • του σχοινιού και του παλουκιού: λέγεται για άνθρωπο του υποκόσμου
  • τραβάω ή παρατραβάω ή τεντώνω το σχοινί: εξωθώ μια κατάσταση στα άκρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]