stretch
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| stretch | stretches |
stretch (en)
- η έκταση γης ή νερού, ιδιαίτερα μεγάλη
a beautiful stretch of wooded country - μια όμορφη δασώδης έκταση
- μια συνεχής χρονική περίοδος
a long stretch of time - μια μεγάλη χρονική περίοδος
The electoral campaign entered into the final stretch.
- Η προεκλογική εκστρατεία μπήκε στην τελική ευθεία.
The runner entered the home stretch and is heading for the finish line.
- Ο δρομέας μπήκε στην τελική ευθεία και κατευθύνεται προς το τέρμα.
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) το τέντωμα, μια πράξη τεντώματος των χεριών ή των ποδιών ή του σώματός σας και τραβήγματος των μυών. την κατάσταση του τεντώματος
a morning stretch - πρωινό τέντωμα
body stretch - τέντωμα του κορμιού
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | stretch |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | stretches |
| αόριστος | stretched |
| παθητική μετοχή | stretched |
| ενεργητική μετοχή | stretching |
stretch (en)
- (μεταβατικό) τεντώνω, τραβάω κάτι ώστε να είναι σφιχτό
I stretch a rope tight.
- Τεντώνω ένα σχοινί.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) τεντώνω, ανακλαδίζομαι, ξεμουδιάζω, βάζω τα χέρια ή τα πόδια μου προς τα έξω και ίσια και σφίγγω τους μυς μου
I am stretching my legs.
- Τεντώνω τα πόδια μου.
He got out of bed and stretched.
- Σηκώθηκε από το κρεβάτι και τεντώθηκε.
He stretched his neck forward to see.
- Τέντωσε το λαιμό του μπροστά για να δει.
He sat up in bed and stretched.
- Ανακάθισε στο κρεβάτι κι ανακλαδίστηκε.
Let’s go walk to stretch out.
- Άντε να περπατήσουμε να ξεμουδιάσουμε.
We got out of the car to stretch for a bit.
- Κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο για να ξεμουδιάσουμε λίγο.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) απλώνω, βγάζω ένα χέρι ή ένα πόδι για να φτάσω σε κάτι
- (αμετάβατο) απλώνομαι, σε μια έκταση
The desert stretched for hundreds of miles.
- Η έρημος απλωνόταν εκατοντάδες μίλια.
The forest stretches as far as the eye can see.
- Το δάσος απλωνόταν όσο έφτανε το μάτι.
The forest stretches along the road.
- Κατά μήκος του δρόμου απλώνεται το δάσος.
- (αμετάβατο) απλώνομαι, συνεχίζω για ένα χρονικό διάστημα
You are young and your life stretches ahead of you.
- Είσαι νέος και η ζωή απλώνεται μπροστά σου.
Πηγές
[επεξεργασία]- stretch (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- stretch (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 48, 96, 874. ISBN 9780194325684., λήμμα: ανακλαδίζομαι, απλώνω, τεντώνω