Μετάβαση στο περιεχόμενο

stretch

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
stretch stretches

stretch (en)

  1. η έκταση γης ή νερού, ιδιαίτερα μεγάλη
    παράδειγμα  a beautiful stretch of wooded country - μια όμορφη δασώδης έκταση
  2. μια συνεχής χρονική περίοδος
    παράδειγμα  a long stretch of time - μια μεγάλη χρονική περίοδος
    παράδειγμα  The electoral campaign entered into the final stretch.
    Η προεκλογική εκστρατεία μπήκε στην τελική ευθεία.
    παράδειγμα  The runner entered the home stretch and is heading for the finish line.
    Ο δρομέας μπήκε στην τελική ευθεία και κατευθύνεται προς το τέρμα.
  3. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) το τέντωμα, μια πράξη τεντώματος των χεριών ή των ποδιών ή του σώματός σας και τραβήγματος των μυών. την κατάσταση του τεντώματος
    παράδειγμα  a morning stretch - πρωινό τέντωμα
    παράδειγμα  body stretch - τέντωμα του κορμιού

Παράγωγα

[επεξεργασία]
ενεστώτας stretch
γ΄ ενικό ενεστώτα stretches
αόριστος stretched
παθητική μετοχή stretched
ενεργητική μετοχή stretching

stretch (en)

  1. (μεταβατικό) τεντώνω, τραβάω κάτι ώστε να είναι σφιχτό
    παράδειγμα  I stretch a rope tight.
    Τεντώνω ένα σχοινί.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) τεντώνω, ανακλαδίζομαι, ξεμουδιάζω, βάζω τα χέρια ή τα πόδια μου προς τα έξω και ίσια και σφίγγω τους μυς μου
    παράδειγμα  I am stretching my legs.
    Τεντώνω τα πόδια μου.
    παράδειγμα  He got out of bed and stretched.
    Σηκώθηκε από το κρεβάτι και τεντώθηκε.
    παράδειγμα  He stretched his neck forward to see.
    Τέντωσε το λαιμό του μπροστά για να δει.
    παράδειγμα  He sat up in bed and stretched.
    Ανακάθισε στο κρεβάτι κι ανακλαδίστηκε.
    παράδειγμα  Let’s go walk to stretch out.
    Άντε να περπατήσουμε να ξεμουδιάσουμε.
    παράδειγμα  We got out of the car to stretch for a bit.
    Κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο για να ξεμουδιάσουμε λίγο.
  3. (μεταβατικό και αμετάβατο) απλώνω, βγάζω ένα χέρι ή ένα πόδι για να φτάσω σε κάτι
    παράδειγμα  I stretch out my arms.
    Απλώνω τα χέρια μου.
    παράδειγμα  He stretched out his arm to grab the book.
    Άπλωσε το χέρι του να πιάσει βιβλίο.
    παράδειγμα  The bird stretched its wings.
    Το πουλί άπλωσε τα φτερά του.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη reach
  4. (αμετάβατο) απλώνομαι, σε μια έκταση
    παράδειγμα  The desert stretched for hundreds of miles.
    Η έρημος απλωνόταν εκατοντάδες μίλια.
    παράδειγμα  The forest stretches as far as the eye can see.
    Το δάσος απλωνόταν όσο έφτανε το μάτι.
    παράδειγμα  The forest stretches along the road.
    Κατά μήκος του δρόμου απλώνεται το δάσος.
  5. (αμετάβατο) απλώνομαι, συνεχίζω για ένα χρονικό διάστημα
    παράδειγμα  You are young and your life stretches ahead of you.
    Είσαι νέος και η ζωή απλώνεται μπροστά σου.