ξεμουδιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεμουδιάζω < ξε και μουδιάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεμουδιάζω, παθ.μτχ.: ξεμουδιασμένος

  1. ξεπιάνομαι, προσπαθώ κάποιο μέλος του σώματός μου να αποκτήσει την φυσιολογική κινητικότητα και το αίμα σε αυτό να επανέλθει στην κανονική του κυκλοφορία
    Σκέφτηκα πως θα ήθελε να σηκωθεί λίγο στο δωμάτιο να ξεμουδιάσει. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  2. (μεταφορικά) ανακτώ την άνεσή μου, αναθαρρώ μετά από μια αμήχανη περίοδο ή στιγμή
    Ο κόσμος ξεμούδιασε όταν ο κεντρικός ομιλητής στη συγκέντρωση...

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]