numb
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | numb |
| συγκριτικός | number |
| υπερθετικός | numbest |
numb (en)
- μουδιασμένος, δεν μπορώ να αισθανθώ ένα μέρος του σώματός μου
numb fingers - μουδιασμένα δάχτυλα
My tooth stopped feeling numb.
- Ξεμούδιασε το δόντι μου.
- μουδιασμένος, δεν μπορώ να νιώσω, να σκεφτώ ή να αντιδράσω με τον φυσιολογικό τρόπο
numb with fear - μουδιασμένος από τον φόβο
The fighters went numb learning about the leadership’s betrayal.
- Μούδιασαν οι αγωνιστές μαθαίνοντας της προδοσία της ηγεσίας του.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | numb |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | numbs |
| αόριστος | numbed |
| παθητική μετοχή | numbed |
| ενεργητική μετοχή | numbing |
numb (en)
- μουδιάζω, νιώθω παροδική αναισθησία σε όλο το σώμα ή σε ορισμένο τμήμα ή μέλος του
The injection numbed my whole leg.
- Η ένεση μου μούδιασε όλο το πόδι.
My teeth were numbed by the ice cream.
- Μούδιασαν τα δόντια μου από το παγωτό.
- μουδιάζω, κάνω κάποιον ανίκανο να νιώσει, να σκεφτεί ή να αντιδράσει με φυσιολογικό τρόπο
I was numbed by my fear.
- Μούδιασα από το φόβο μου.