μουδιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουδιάζω < μεσαιωνική ελληνική μουδιῶ + -άζω < αρχαία ελληνική αἱμωδιάω / αἱμωδιῶ < αἱμωδία < αἷμα[1] + ὀδούς/ὀδών

Ρήμα[επεξεργασία]

μουδιάζω

  1. αισθάνομαι μια (προσωρινή) αναισθησία σε κάποιο μέλος του σώματος
     συνώνυμα: ναρκώνομαι, μυρμηγκιάζω
  2. επιφέρω μια (προσωρινή) αναισθησία σε κάποιο μέλος του σώματος
     συνώνυμα: ναρκώνω
  3. (μεταφορικά) δεν ξέρω πώς να ενεργήσω, παραμένω άπραγος και αδρανής
     συνώνυμα: ζαρώνω, μαζεύομαι
  4. (μεταφορικά) φέρνω κάποιον σε τέτοια κατάσταση, που να μην ξέρει πώς να ενεργήσει, να παραμένει άπραγος και αδρανής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  1. Ο Μπαμπινιώτης υποθέτει από αμάρτυρο τύπο *αἱμός=πόνος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]