ὀδούς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ὁδούς, οδούς

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὀδούς < πρωτοελληνική *odónts < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₃dónts (δόντι) (Η ονομαστική ενικού προέκυψε από την προσθήκη της κατάληξης -ς στο θέμα ὀδόντ- (*ὀδόντ-ς) με αποβολή του ντ προ του σίγμα και αντέκταση του ο σε ου)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὀδούς αρσενικό, γεν.: ὀδόντος

  1. το δόντι
  2. οτιδήποτε μοιάζει με δόντι, πχ το δόντι του πριονιού
  3. (μεταφορικά) κάτι που προκαλέι ψυχικό πόνο
  4. (ανατομία) ο δεύτερος σπόνδυλος του λαιμού

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]