οδούς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οδούς < αρχαία ελληνική ὀδούς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οδούς αρσενικό, γενική: οδόντος

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

οδούς θηλυκό

  1. οδός, στην αιτιατική του πληθυντικού