φάσμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φάσμα φάσματα
γενική φάσματος φασμάτων
αιτιατική φάσμα φάσματα
κλητική φάσμα φάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φάσμα < αρχαία ελληνική φάσμα < φαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φάσμα ουδέτερο

  1. το φάντασμα, κάτι που στοιχειώνει και ταράζει χωρίς να είναι πραγματικό, κάτι που φοβίζει, κάτι πραγματικά απειλητικό που όμως δεν έχει υλική υπόσταση
    Το 1950 ο κόσμος αισθανόταν ακόμα απειλητικό το φάσμα του πολέμου
    Ζούσαν υπό το φάσμα της πείνας
    Δεν άντεχε να ζει άλλο υπό το φάσμα της απειλής ότι θα τη δείρει
  2. (οπτική) το φαινόμενο που προκύπτει από την ανάλυση μιας φωτεινής δέσμης στα επιμέρους χρώματα, δηλαδή στα συστατικά μήκη κύματος αυτής
  3. (μεταφορικά) όλη η γκάμα, ένα σύνολο στο οποίο εντάσσονται παρόμοια υποσύνολα με πολλές ομοιότητες αλλά και κάποιες διαφοροποιήσεις που πιάνουν από ένα νοητό άκρο έως το αντίθετό του, μια κλίμακα από την αρχή ως το τέλος της διαβάθμισής της
    Κάλεσαν βουλευτές από όλο το φάσμα της πολιτικής ζωής
    Θα χρειαστείτε ένα αντιβιοτικό ευρέος φάσματος
    (ακουστική) Ακουστικό φάσμα : οι συχνότητες που γίνονται αντιληπτές από το ανθρώπινο αυτί
    (φυσική-ηλεκτρισμός) Ηλεκτρομαγνητικό φάσμα : όλο το εύρος συχνοτήτων των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (δηλαδή των ραδιοκυμάτων, των μικροκυμάτων, της υπέρυθρης ακτινοβολίας, της ορατής ακτινοβολίας, της υπεριώδους,των ακτινων Χ και των ακτίνων γ)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φάσμα < φαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φάσμα ουδέτερο

  1. η φαινομενική παρουσία, το όραμα που είχε κάποιος στον ύπνο του, το φάντασμα, το ομοίωμα, η εικόνα
  2. ο οιωνός
  3. κάτι τερατώδες, ένα τέρας


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]