Μετάβαση στο περιεχόμενο

φάσμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φάσμα τα φάσματα
      γενική του φάσματος των φασμάτων
    αιτιατική το φάσμα τα φάσματα
     κλητική φάσμα φάσματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φάσμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φάσμα < φαίνω
(όρος φυσικής) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική spectre[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfa.zma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φάσμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φάσμα ουδέτερο

  1. το φάντασμα, κάτι που στοιχειώνει και ταράζει χωρίς να είναι πραγματικό, κάτι που φοβίζει, κάτι πραγματικά απειλητικό που όμως δεν έχει υλική υπόσταση
    παράδειγμα  Το 1950 ο κόσμος αισθανόταν ακόμα απειλητικό το φάσμα του πολέμου
    παράδειγμα  Ζούσαν υπό το φάσμα της πείνας
      Ἐγώ ἐν τούτοις γνωρίζω: ὅταν σύ θά ἀπέλθεις, θά μέ βασανίζη τό ζήτημα τῆς ὑπάρξεώς σου. Εἶσαι φάσμα, φρεναπάτη. Ἕπεται λοιπόν, ὅτι ἐγώ εἶμαι ψυχοπαθής, ἀνισόρροπος; (Παναθήναια, δεκαπενθήμερον εικονογραφημένον περιοδικόν, Αθήναι, Οκτώβριος 1900-Μάρτης 101, τόμος Α΄, Εν Αθήναις Τυπογραφείον «Εστία», Κ. Μάισνερ και Ν. Καρδαγούρη)
  2. (φυσική) το φαινόμενο που προκύπτει από την ανάλυση μιας φωτεινής δέσμης στα επιμέρους χρώματα, δηλαδή στα συστατικά μήκη κύματος αυτής
  3. (μεταφορικά) όλη η γκάμα, ένα σύνολο στο οποίο εντάσσονται παρόμοια υποσύνολα με πολλές ομοιότητες αλλά και κάποιες διαφοροποιήσεις που πιάνουν από ένα νοητό άκρο έως το αντίθετό του, μια κλίμακα από την αρχή ως το τέλος της διαβάθμισής της
    παράδειγμα  Κάλεσαν βουλευτές από όλο το φάσμα της πολιτικής ζωής
    παράδειγμα  Θα χρειαστείτε ένα αντιβιοτικό ευρέος φάσματος
  4. (μεταφορικά) απειλή, κίνδυνος
  5. (ακουστική) Ακουστικό φάσμα : οι συχνότητες που γίνονται αντιληπτές από το ανθρώπινο αυτί
  6. (φυσική-ηλεκτρισμός) Ηλεκτρομαγνητικό φάσμα : όλο το εύρος συχνοτήτων των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (δηλαδή των ραδιοκυμάτων, των μικροκυμάτων, της υπέρυθρης ακτινοβολίας, της ορατής ακτινοβολίας, της υπεριώδους, των ακτίνων Χ και των ακτίνων γ)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φάσμα < φαίνω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φάσμα ουδέτερο

  1. η φαινομενική παρουσία, το όραμα που είχε κάποιος στον ύπνο του, το φάντασμα, το ομοίωμα, η εικόνα
  2. ο οιωνός
  3. κάτι τερατώδες, ένα τέρας

Συγγενικά

[επεξεργασία]