ταράζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταράζω < μεσαιωνική ελληνική ταράζω < αρχαία ελληνική ταράσσω

Ρήμα[επεξεργασία]

ταράζω (παθητική φωνή: ταράζομαι)

  1. προκαλώ ταραχή ή αναταραχή
    Τάραζαν, λοιπόν, τον ύπνο του αυτά που του 'λεγα; (Κώστας Ταχτσής, Η γιαγιά μου η Αθήνα)
  2. (οικείο) ταλαιπωρώ

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]