θαλασσοταραχή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /θa.la.so.ta.ɾaˈçi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : θα‐λασ‐σο‐τα‐ρα‐χή
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θαλασσοταραχή θηλυκό