τρικυμία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τρικυμία οι τρικυμίες
      γενική της τρικυμίας των τρικυμιών
    αιτιατική την τρικυμία τις τρικυμίες
     κλητική τρικυμία τρικυμίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρικυμία < αρχαία ελληνική τρικυμία < τρι- + -κυμία < κῦμα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɾi.ciˈmi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρι‐κυ‐μί‐α

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρικυμία θηλυκό

  1. μεγάλη θαλασσοταραχή
     συνώνυμα: φουρτούνα
    η τρικυμία δεν επέτρεψε στα πλοία να αποπλεύσουν
  2. (μεταφορικά) μεγάλη αναστάτωση και σύγχυση
    τα τελευταία γεγονότα προκάλεσαν τρικυμία στους κλάδους των εργαζομένων
  3. (μεταφορικά) οι δυσκολίες, τα βάσανα
    αντιμετώπισε με θάρρος τις τρικυμίες της ζωής

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τρικυμία εν κρανίω : η σύγχυση του νου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]