ατάραχος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | ατάραχος | η | ατάραχη | το | ατάραχο |
| γενική | του | ατάραχου | της | ατάραχης | του | ατάραχου |
| αιτιατική | τον | ατάραχο | την | ατάραχη | το | ατάραχο |
| κλητική | ατάραχε | ατάραχη | ατάραχο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | ατάραχοι | οι | ατάραχες | τα | ατάραχα |
| γενική | των | ατάραχων | των | ατάραχων | των | ατάραχων |
| αιτιατική | τους | ατάραχους | τις | ατάραχες | τα | ατάραχα |
| κλητική | ατάραχοι | ατάραχες | ατάραχα | |||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ατάραχος < αρχαία ελληνική ἀτάραχος
Επίθετο
[επεξεργασία]ατάραχος, -η, -ο
- άλλη μορφή του ατάρακτος
- ※ Ο Σολοβάιδ ατάραχος του δίνει μια δυνστή γροθιά στο μήλο του Αδάμ και τον σωριάζει ακαριαία στο πάτωμα. (Δημήτρης Παπαδημητρίου, Μνήμες Σκοτεινά Αναδυόμενες, AKAKIA Publications, 2013)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ατάραχος
|