κράζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κράζω < αρχαία ελληνική κράζω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *k(V)r-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkɾa.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κράζω

  1. (για πουλιά) βγάζω (δυνατή) φωνή ή κραυγή (σαν του κόρακα)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κρώζω
  2. (για ανθρώπους) φωνάζω (δυνατά και διαπεραστικά)
  3. φωνάζω, καλώ, προσκαλώ κάποιον
  4. (μεταφορικά) αποδοκιμάζω, γιουχάρω
  5. (μεταφορικά) μαλώνω, επιπλήττω

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]