κρώζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρώζω < αρχαία ελληνική κρώζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κρώζω

  • (για ζώα) λαλώ, βγάζω κραυγή, βγάζω φωνή
  • (για άνθρωπο) φωνάζω διαπεραστικά και εκνευριστικά, κάνω σαν όρνιο, σαν κοράκι, δεν μιλάω σαν άνθρωπος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]




Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρώζω < ηχοποιητικό, από το κρα του κορακιού

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κρώζω

  • βγάζω φωνή (για πουλιά που δεν κεαληδούν)
μή τοι ἐφεζομένη κρώξῃ λακέρυζα κορώνη.