υπέρυθρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική υπέρυθρος υπέρυθρη υπέρυθρο
γενική υπέρυθρου υπέρυθρης υπέρυθρου
αιτιατική υπέρυθρο υπέρυθρη υπέρυθρο
κλητική υπέρυθρε υπέρυθρη υπέρυθρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπέρυθροι υπέρυθρες υπέρυθρα
γενική υπέρυθρων υπέρυθρων υπέρυθρων
αιτιατική υπέρυθρους υπέρυθρες υπέρυθρα
κλητική υπέρυθροι υπέρυθρες υπέρυθρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υπέρυθρος < αρχαία ελληνική ὑπέρυθρος < ὑπό + ἐρυθρός

Open book 01.svg Επίθετο[]

υπέρυθρος αρσενικό, υπέρυθρη θηλυκό, υπέρυθρο ουδέτερο (Στην καθαρεύουσα, υπέρυθρος αρσενικό ή θηλυκό, υπέρυθρον ουδέτερο)

  1. (κυριολεκτικά) που μοιάζει κάπως με τον ερυθρό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κοκκινωπός, ερυθρωπός
  2. υπέρυθρες ακτίνες : ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία της οποίας το μήκος κύματος είναι μεγαλύτερο από το μήκος κύματος του ορατού φάσματος, και περιλαμβάνεται ανάμεσα σε 700 νm και 1 mm.
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: υπεριώδης

32πχ Μεταφράσεις[]