ερυθρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐρυθρός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ερυθρός < αρχαία ελληνική ἐρυθρός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /e.ɾiˈθɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐ρυ‐θρός

Επίθετο[επεξεργασία]

ερυθρός, -ά, -ό

  1. κόκκινος, πορφυρός
  2. ερυθρό αιμοσφαίριο: σωματίδιο (κύτταρο) που βρίσκεται στο αίμα και μεταφέρει οξυγόνο στα κύτταρα του οργανισμού και διοξείδιο του άνθρακα στον πνεύμονα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]