κόκκινο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόκκινο κόκκινα
γενική κόκκινου κόκκινων
αιτιατική κόκκινο κόκκινα
κλητική κόκκινο κόκκινα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόκκινο < κόκκινος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόκκινο

κόκκινο ουδέτερο

  1. (χρώμα) ένα χρώμα, το χρώμα της φωτιάς, του αίματος, της παπαρούνας
    • κόκκινο (χρώμα):   
  2. (σήμα τροχαίας) σταμάτα !
  3. (μεταφορικά) καυτό
  4. (μεταφορικά) λέγεται σε παιχνίδι όταν πλησιάζει ο παίχτης σε κάτι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]