rot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
rot rots

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

rot (fr) αρσενικό

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

rot (en)



Γερμανικά (de)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Επίθετο[επεξεργασία]

rot (de)

Συγγενικά[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]