röten

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

röten (de)

  1. (μεταβατικό) κοκκινίζω, κάνω κάτι κόκκινο
  2. (reflexiv) κοκκινίζω, γίνομαι κατακόκκινος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη rot