σαπίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαπίζω < μεσαιωνική ελληνική σαπίζω < αρχαία ελληνική σήπομαι (αόριστος: ἐσάπην), παθητική φωνή του ρήματος σήπω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sa.ˈpi.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σαπίζω

  1. γίνομαι σάπιος, αλλοιώνομαι, αποσυντίθεμαι
  2. (μεταβατικό) κάνω κάτι σάπιο
  3. (μεταφορικά) βρίσκομαι για πολύ καιρό σε περιβάλλον με υγρασία και ως εκ τούτου υποφέρω
  4. (μεταφορικά) είμαι (ηθικά) διεφθαρμένος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]