σαπιοκάραβο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαπιοκάραβο σαπιοκάραβα
γενική σαπιοκάραβου σαπιοκάραβων
αιτιατική σαπιοκάραβο σαπιοκάραβα
κλητική σαπιοκάραβο σαπιοκάραβα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαπιοκάραβο < σάπιος + καράβι.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαπιοκάραβο ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]