σάπιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σάπιος σάπια σάπιο
γενική σάπιου σάπιας σάπιου
αιτιατική σάπιο σάπια σάπιο
κλητική σάπιε σάπια σάπιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σάπιοι σάπιες σάπια
γενική σάπιων σάπιων σάπιων
αιτιατική σάπιους σάπιες σάπια
κλητική σάπιοι σάπιες σάπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σάπιος < μεσαιωνική ελληνική σάπιος < σαπίζω < αρχαία ελληνική σήπομαι (αόριστος: ἐσάπην), παθητική φωνή του ρήματος σήπω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsa.pçɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σάπιος, -ια, -ιο

  1. (για οργανική ύλη) που έχει αποσυντεθεί
  2. (για άλλα υλικά) διαβρωμένος
  3. (μεταφορικά) διεφθαρμένος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]