σήπω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| Αρχικοί χρόνοι |
Φωνή Eνεργητική |
Φωνή Μέση & Παθητική |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | σήπω | σήπομαι |
| Παρατατικός | ἔσηπον | ἐσηπόμην |
| Μέλλοντας | σήψω | σαπήσομαι |
| Αόριστος | ἔσηψα | ἐσάπην |
| Παρακείμενος | σέσηπα | σέσημμαι |
| Υπερσυντέλικος | ἐσεσήπειν | ἐσεσήμμην |
| Συντελ.Μέλλ. |
Ρήμα
[επεξεργασία]σήπω, μέσο και παθητικό σήπομαι
- κάνω κάτι να σαπίσει
- (μεταφορικά) διαφθείρω
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Ο παρακείμενος σέσηπα χρησιμοποιείται με παθητική σημασία (σαπίζω)
Πηγές
[επεξεργασία]- σήπω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- σήπω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.