ψέμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ψέμα | τα | ψέματα |
| γενική | του | ψέματος | των | ψεμάτων |
| αιτιατική | το | ψέμα | τα | ψέματα |
| κλητική | ψέμα | ψέματα | ||
| Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ψέμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψέμα < ελληνιστική κοινή ψεῦμα < αρχαία ελληνική ψεῦσμα /ˈpsev.zma/ με αποβολή του τριβόμενου [z][1][2]. Δείτε σχόλιο στο ψέμμα. Συγγενή: μαριουπολίτικη псе́ма, κρητική ψώμα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈpse.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ψέ‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ψέμα ουδέτερο
- κάτι που λέγεται και δεν είναι αλήθεια, η συνειδητή απόκρυψη ή παραποίηση της αλήθειας
- ※ Είναι αδύνατο να ζήσης το απόγευμα της ζωής με τα προγράμματα που είναι κατάλληλα για το πρωινό, γιατί αυτό που είχε μεγάλη σημασία τότε, θα έχει πολύ λίγη σημασία τώρα και η αλήθεια του πρωινού θα είναι το ψέμα του απογεύματος.
- Φιλόθεος Φάρος, Ούτε πολύ νωρίς ούτε πολύ αργά, εκδόσεις: Αρμός, Αθήνα 2013, 9η έκδοση. ISBN 978-960-527-761-1.
- ≈ συνώνυμα: αναλήθεια, ψευδολογία, ψεύδος, ψευτιά
- ≠ αντώνυμα: αλήθεια
- ※ Είναι αδύνατο να ζήσης το απόγευμα της ζωής με τα προγράμματα που είναι κατάλληλα για το πρωινό, γιατί αυτό που είχε μεγάλη σημασία τότε, θα έχει πολύ λίγη σημασία τώρα και η αλήθεια του πρωινού θα είναι το ψέμα του απογεύματος.
- (μεταφορικά) οτιδήποτε μάταιο, εφήμερο που δημιουργεί ψευδείς ελπίδες αλλά στο τέλος οδηγεί σε απογοήτευση
Χρήματα, δύναμη, φήμη, όλα αυτά είναι ψέματα χωρίς ουσία.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]→ δείτε και τη λέξη ψεύδος
Παροιμίες
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ψέμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ψέμα → δείτε στο νεοελληνικό ψέμα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ψέμα
- άλλη μορφή του ψεῦμα
Πηγές
[επεξεργασία]- ψέμα - LBG - Trapp, Erich, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κύμα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)