minciună
Εμφάνιση
Ρουμανικά (ro)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]minciună (ro) θηλυκό
- το ψέμα
Κλίση
[επεξεργασία] κλίση του minciună
| ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| αόριστη άρθρωση | οριστική άρθρωση | αόριστη άρθρωση | οριστική άρθρωση | |
| ονομαστική | o minciună | minciuna | nişte minciuni | minciunile |
| γενική | a unei minciuni | minciunii | a unor minciuni | minciunilor |
| δοτική | a unei minciuni | minciunii | a unor minciuni | minciunilor |
| αιτιατική | o minciună | minciuna | nişte minciuni | minciunile |
| κλητική | — | - | — | - |