Μετάβαση στο περιεχόμενο

fester

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας fester
γ΄ ενικό ενεστώτα festers
αόριστος festered
παθητική μετοχή festered
ενεργητική μετοχή festering

fester (en)